θεατρικό για παιδιά νηπιαγωγείου με θέμα τη μόλυνση της θάλασσας Σκηνή πρώτη:
Στην άκρη του νερού
βουτάει γελαστός
και τρώει μικρά ψαράκια
ο μικρός ερωδιός.
Τσαλαβουτάει χαρούμενος
παιχνίδια όταν παίζει
και πριν το μεσημέρι ΄ρθει
ξαπλώνει να ξεκουραστεί
μικρές , μεγάλες ιστορίες
παραμύθια με μαγείες
τούτου του κόσμου τα δεινά
κι άλλα πολλά και θαυμαστά!
Σκηνή δεύτερη:
Σήμερα όμως παράξενα
πράγματα του συμβαίνουν
κάτι περίεργα όνειρα
στον ύπνο τον πικραίνουν!
προσπαθούσε να πετάξει
δίχως όμως να μπορεί
βουτηγμένος καθώς ήταν
σε μια μάζα ρυπαρή
Κιτρινοραμφούλης:
τι σημαίνει τώρα αυτό
όνειρο τόσο φριχτό
κάτι μέσα μου μου λέει
πως κάτι κακό θα φέρει
σίγουρα κάτι έχει συμβεί
κάτι που με ανησυχεί!
σύντομα όμως θα το μάθω
αν στο δάσος θα πετάξω…
Σκηνή τρίτη:
ευθύς στο δάσος πέταξε
κι έψαξε από ψηλά
μα ίχνος ζωής δε φάνηκε
από παντού ερημιά!
σε ένα κατηφορικό
μονοπάτι που πηγαίνει
πέρα ως την παραλία
άρχισε να κατεβαίνει
Κιτρινοραμφούλης:
τι συμβαίνει
γιατί είστε τόσο αναστατωμένοι;
πείτε τι κακό μας βρήκε;
τι κακό μας περιμένει;
……………………………………..
………………………………………..
……………………………….
…………………………………….
άλλοι πάλι λένε
πως ανθρώπων ήταν λάθος
και του πλοίου ο καπετάνιος
το έριξε πάνω στο βράχο!
έτσι πετρέλαιο κύλησε
στο αλμυρό νερό
και θάνατο εσκόρπισε
στο γαλανό βυθό
γιατί μια πετρελαιοκηλίδα
έφερε καταστροφή
όμως κείνο που μας μένει
είναι να καθαριστεί!
Ακρίδας
Συμφωνώ κι εγώ μαζί σας
και η λύση είναι μία!
φυσικά και θα τη δώσει
η δική μας εταιρεία
ζωάκι βυθού:
φαίνεται όμως ξεχνάτε
ή δε θέλετε να δείτε
πως με αυτήν τη δήθεν λύση
ο βυθός μας δε θα ζήσει
άλλη είναι η λύση
γι αυτό καλά σκεφτείτε
κι έτσι επιπόλαια
μη συμπεριφερθείτε!
Κιτρινοραμφούλης:
άλλος χρόνος να χάσουμε
καθόλου δεν υπάρχει
πάμε, ας δουλέψουμε μαζί
το θέμα
κάπου να λυθεί:
-εσείς μικροί ερωδιοί
μαζί με τα φλαμίνγκο
κρατήστε με το ράμφος σας
σφουγγάρια του βυθού
σκηνή
τέταρτη:
στο απέναντι αγρόκτημα
ακούστηκε η φωνή
εκεί που τώρα λιαζότανε
μια κολοκυθιά χοντρή
μόλις όμως άκουσαν
τα λόγια να αντηχούν
την τεμπελιά παράτησαν
και γρήγορα ξυπνούν
χοντροκολοκύθα:
σαν πολύ έχουμε καθίσει
αραχτές στον ήλιο για ώρα
για κυρές μου σηκωθείτε
να βοηθήσουμε ήρθε η ώρα
-εδώ μέσα θα αδειάζετε
το μαύρο αυτό υγρό
για να το κουβαλήσουμε
πολύ μακριά από εδώ
(τα ζωάκια και τα παιδιά μαζί
με τον θάλασσας και παραλίας)
έτσι έγινε λοιπόν
κι όλοι μαζί παρέα
ζώα, φυτά μα και παιδιά
στρωθήκαν τώρα στη δουλειά
|
κατάλευκο, ψιλόλιγνο
και ζωηρό πουλί
είναι ο Κιτρινοραμφούλης
με τη μαγική φωνή
και τότε γύρω μαζεύονται
φίλοι του, τα παιδιά
κι εκείνος να εξιστορεί
αρχίζει όλο χαρά!
Ήταν λέει κολλημένος
απ΄τα πόδια ως τα φτερά
σε ένα μαύρο και πηχτό
καταβρώμικο υγρό
τούτο ευθύς τον ξύπνησε
του κόψε την ανάσα
το όνειρο προμήνυε
όχι καλά μανάτα!
και που είναι τα παιδιά
έχουν μέρες να φανούν
και οι ζωηρές φωνές τους
έπαψαν να αντηχούν
κι αφού κανείς δεν ήτανε
να μάθει να του πει
πήρε άλλη απόφαση
την άκρη για να βρει
πολλές φωνές αντήχησαν
κάτω απ την παραλία
κόσμος πολύς και πανικός
μαζί κι ανησυχία!
η αιτία είναι πλοίο
που μας έχει ξεσηκώσει
κι όλη εδώ την παραλία
έχει τόσο αναστατώσει!
άλλοι λένε πως θύελλα
το έσπρωξε στα βράχια
κι αυτό στα δύο άνοιξε
και έγινε κομμάτια
ότι όμως και να φταίει
ένα έχει σημασία
πως το πλοίο κουβαλούσε
πετρελαιο-φορτία
όλα αυτά που έχουν γίνει
μας φοβίζουνε πολύ
λύση θέλουμε να βρούμε
πριν κι αλλού εξαπλωθεί
Προτείνω να σκορπίσουμε
παντού διαλυτικά
τα πράγματα είναι εύκολα
θα γίνει έτσι απλά!
ολάκερος ο κόσμος
που υπάρχει στο νερό
έτσι θα κινδυνέψει
κι αυτό είναι σοβαρό!
και δίχως να διστάζετε,
βουτήξτε από ψηλά
ρουφήξτε το πετρέλαιο
πολύ προσεχτικά!
παρέα με τις φίλες της
τις άλλες κολοκύθες
νωχελικά τεμπέλιαζαν
στου ήλιου τις ακτίνες
κι έτσι κουτρουβάλησαν
κάτω στην παραλία
κι όλες προσφερθήκανε
να γίνουνε δοχεία…
Κιτρινοραμφούλη βοηθάνε στον καθαρισμό
σταγόνες μαύρες ρούφαγαν
στα μαλακά σφουγγάρια
μικρά δοχεία γέμιζαν
ως και τα σαλιγκάρια!
κι έτσι δουλεύοντας γοργά
με όρεξη και υπομονή
λίγες μέρες μόνο μετά
η θάλασσα ήταν πάλι καθαρή.
|
ΜΑΘΑΙΝΩ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ
ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ, ΣΧΕΔΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ -ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ
Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013
Ο Κιτρινοραμφούλης και η θάλασσα
Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013
Ο Κιτρινοραμφούλης και η θάλασσα
Ο Κιτρινοραμφούλης και η θάλασσα
παραμύθι με οικολογικό θέμα για την προστασία της θάλασσας από τους κινδύνους που την απειλούν
Σε ένα καταπράσινο δάσος με πεύκα και πλατάνια ζει ανέμελος και χαρούμενος μαζί με
τους φίλους του ο Κιτρινοραμφούλης.Ένα πουλί κατάλευκο ,με κίτρινη μύτη,ψηλόλιγνα
πόδια και μαγική φωνή....Ένα πουλί-ερωδιός, πάντα γελαστός. Και, πώς να μην
είναι; Ο Κιτρινοραμφούλης κάθε πρωί ξεκινάει για τη λίμνη και εκεί
τσαλαβουτώντας στα ρηχά βρίσκει την τροφή του,μικρά ψαράκια και φυτά του βυθού.Όμως,περισσότερο
ο χαμογελαστός μας φίλος χαίρεται και διασκεδάζει, παρά δουλεύει....τα γέλια
του αντηχούν σε όλο το δάσος,καθώς δε σταματά να κάνει μπουρμπουλήθρες και
να δροσίζει τα φτερά του με καθαρό
νερό..Και όταν φτάσει πια το μεσημέρι ,αφού ξεκουραστεί κάτω από το βαθύσκιωτο πεύκο
,τότε έρχεται η αγαπημένη του ώρα....όλοι οι φίλοι του και τα παιδιά από τα
διπλανά χωριά έρχονται κοντά του να τον ακούσουν να τους εξιστορεί με τη μαγική
του φωνή :«...τι έγινε με τη χαμένη
πριγκίπισσα, ποιος βρήκε τον κρυμμένο θησαυρό ή πως λύθηκαν τα μάγια της
βασιλοπούλας» ,αλλά και άλλες τέτοιες παράξενες ιστορίες γεμάτες μυστήριο
και δράση. Πολλές από αυτές βέβαια τις ιστορίες είναι αληθινές, μιας και ο
Κιτρινοραμφούλης τους διηγείται όσα είδαν τα μάτια του από τα ταξίδια του πέρα
από τούτο το δάσος και πέρα από τούτη τη θάλασσα που το συντροφεύει....
Η
σημερινή όμως, μέρα δεν ξεκίνησε και τόσο χαρούμενα για αυτόν.Ένα περίεργο
όνειρο τον έχει αναστατώσει πολύ: Ήταν λέει, κολλημένος στη θάλασσα, τα δυο του
πόδια βυθίζοταν σε ένα παχύ μαύρο υγρό και τα λευκά του φτερά βρώμικα πια και
κατάμαυρα κολλούσαν από την πίσσα. Προσπαθούσε να πετάξει ,αλλά μάταια... δε μπορούσε με τίποτα να ξεκολλήσει.Ήταν
εγκλωβισμένος σε μια παχύρευστη ρυπαρή μάζα, γύρω του όλα τα ψάρια επέπλεαν
νεκρά....Το πρωί ξύπνησε ανήσυχος ,η διαίσθησή του τού έλεγε πως κάτι δεν πήγαινε
καλά....αυτό το όνειρο προμήνυε άσχημα μαντάτα.
Και
δεν ήταν μόνο αυτό. Είχαν περάσει μέρες τώρα και δεν είχε φανεί πουθενά κανένας
φίλος του από το δάσος, μήτε παιδί, μήτε ζωάκι. Τι να είχε γίνει;Πού είχαν
εξαφανιστεί όλοι;Ήξερε πως τα παιδιά κάθε δυο μέρες το πολύ τον αναζητούσαν στο
δάσος για να τους διηγηθεί τα παραμύθια του.Τον καλούσαν με τις αθώες φωνούλες
τους και τα χαχανητά τους και φτιάχνοντας έναν κύκλο τον έβαζαν στη μέση για να
τον ακούν όλοι το ίδιο καλά...τέντωναν τα αυτιά τους,έκλειναν τα μάτια και
ταξίδευαν με τη φαντασία τους σε κάθε βουνό,ρυάκι,πόλη ή νησί που ο
Κιτρινοραμφούλης τους έλεγε .Και τώρα;γιατί δεν άκουγε ούτε ένα ψίθυρο;
-τι
να έγινε άραγε; μήπως με ξέχασαν;
-μήπως δεν τους αρέσουν
πια οι ιστορίες;
-μήπως δεν είμαι πια ο
φίλος τους;
σιγομουρμούριζε
περπατώντας πάνω - κάτω με τα ψηλά, λεπτά του πόδια .....ίσως τα παιδιά να
ξεχάστηκαν με το παιχνίδι, ίσως να έμειναν στο σπίτι μετά από την ξαφνική
νεροποντή που έκανε πριν λίγες μέρες, ίσως διαβάζουν τα μαθήματά τους και δεν προλαβαίνουν,
ίσως…
Όμως,
ό, τι και να σκέπτονταν δε μπορούσε να ξεχαστεί ,ούτε μπορούσε να ησυχάσει.
-Σίγουρα κάτι έχει συμβεί, κάτι πολύ άσχημο,
πετάχτηκε αποφασισμένος ,και θα το μάθω
πολύ σύντομα. Γιαυτό και αποφάσισε
να πετάξει μέχρι το ξέφωτο του δάσους, εκεί που ήταν το σημείο συνάντησης με
τους φίλους του, κάτω από το μεγάλο, γέρικο πεύκο.Προς μεγάλη του απογοήτευση,
οι φόβοι του βγήκαν αληθινοί.Πουθενά δεν υπήρχε ούτε κανένα από τα παιδιά, μα
ούτε και κανένα από τα ζώα του δάσους. Μια τρομακτική σιγή απλώνονταν παντού,
λες και στο δάσος είχε σταματήσει κάθε
ίχνος ζωής.Ο Κιτρινοραμφούλης δε δίστασε. Περπάτησε προσεχτικά στα μονοπάτια που άλλοτε γέμιζαν από παιδικές φωνές, έψαξε
στις φωλιές των ζώων, πέταξε και κοίταξε ψηλά στις φωλιές των πουλιών.Πουθένα
,κανένα σημάδι από τους φίλους του.
-«
τι έγινε; που χάθηκαν όλοι;» συλλογίστηκε.
Συνέχισε
να περπατά απορημένος, διέσχισε το δάσος και σιγά σιγά πήρε το κατηφορικό
μονοπάτι που οδηγούσε προς τη θάλασσα.Από μακριά ακούγοταν θόρυβος, ασύνδετες
λέξεις ,φασαρία...φωνές άγνωστες και άγριες έφταναν στα αυτιά του. Φωνές
γεμάτες οργή και θυμό, σκόρπιες λέξεις και αναστάτωση…όσο όμως πλησίαζε τα πράγματα
γινόταν πιο ξεκάθαρα,κάποιες φωνές του φαίνοταν γνωστές ...
Τίναξε
τότε τα ολόλευκα φτερά του και πέταξε γρήγορα στο μέρος που ακούγονταν η
φασαρία για να διαπιστώσει τι συμβαίνει. Από ψηλά αντίκρυσε ένα ασυνήθιστο
θέαμα:Πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο στην παραλία και μαζί με αυτόν τα παιδιά
και τα ζωάκια του δάσους που τόσες μέρες είχε να συναντήσει. Δεν μπορούσε όμως
να χαρεί, γιατί τα πρόσωπά τους έμοιαζαν τόσο σκυθρωπά...κάτι τα
απασχολούσε...έπρεπε λοιπόν γρήγορα να μάθει...Σήκωσε ψηλά το μακρύ λαιμό του
και έριξε γύρω γύρω μια προσεχτική ματιά.Η εικόνα που αντίκρισε ήταν τρομακτική: στην άλλοτε
γαλάζια θάλασσα είχε απλωθεί μια πηχτή κατάμαυρη γυαλιστερή μπογιά που κινούταν αργά και απειλητικά προς
την παραλία και νόμιζες πως θα σε καταπιεί. Στην ακτή το θέαμα ήταν εξίσου
αποκρουστικό: μικρά, ψόφια ψαράκια βουτηγμένα στη μαύρη μπογιά είχαν γεμίσει την
παραλία.
Πλησίασε
τα παιδιά και τα ζώα του δάσους και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Ο
Κιτρινοραμφούλης νόμισε ότι βλέπει και πάλι κάποιο άσχημο όνειρο ή ότι ακούει
αυτός τώρα μια ιστορία από τους φίλους του, μα μια ιστορία τόσο τρομαχτική που
δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν και αληθινή.
…ένα
μεγάλο πλοίο, μάλλον ένα δεξαμενόπλοιο, με έναν περίεργο τρόπο χτύπησε στα
βράχια, άρχισε να εξιστορεί ένα από τα παιδιά…
….κανείς
δεν ξέρει το γιατί, συνέχισε
ένας μικρός κότσυφας, κάποιοι λένε πως
φταίει μια ξαφνική ανεμοθύελλα που το έσπρωξε στα βράχια
…άλλοι
λένε πως ήταν ανθρώπινο λάθος και πως ο καπετάνιος του πλοίου δεν πρόσεξε και
προσάραξε στα βράχια, συνέχισε ο σκίουρος
..το
πλοίο όμως δεν άντεξε, σχίστηκε στα δυο, αναστέναξε η
σοφή κουκουβάγια
..και
το χειρότερο δεν είναι αυτό, γιατί το πλοίο, όπως είπαν τα παιδιά, ήταν
δεξαμενόπλοιο, που σημαίνει ,ότι κουβαλούσε πετρέλαιο.. το πετρέλαιο αυτό
χύθηκε στη θάλασσα, ίσως όχι όλο, μα σίγουρα πολύ για να προκαλέσει μια τέτοια
οικολογική καταστροφή ,είπε γεμάτος θλίψη ένας ολόλευκος
γλάρος που ζούσε με την οικογένειά του κοντά στην ακτή.
Δεξαμενόπλοιο,
πετρέλαιο, απροσεξία, μαύρη θάλασσα, όλες αυτές οι λέξεις
αντηχούσαν στα αυτιά του Κιτρινοραμφούλη και τον φόβιζαν.Κατάλαβε αμέσως πως το
ατύχημα του πλοίου είχε προκαλέσει μια μικρή πετρελαιοκηλίδα στη θάλασσα που,αν
δεν αναλάμβαναν δράση αμέσως,θα μεγάλωνε και θα προκαλούσε τεράστια ζημιά όχι
μόνο στη θάλασσα,αλλά και στην ακτή...Ανήσυχος, και αφού βεβαιώθηκε πως από το πλήρωμα του πλοίου δεν είχε
κινδυνεύσει κανείς , αποφάσισε να βρει
λύση.
-Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο! πρέπει πολύ γρήγορα να βρεθεί λύση, φώναξε τότε από ψηλά και σε όλους ο
Κιτρινοραμφούλης.
-δεν
υπάρχει λύση , βροντοφώναξε ένας από τους μεγάλους της παρέας.Πώς να καθαρίσουμε μια πετρελαιοκηλίδα; κανείς δε συμφωνεί!
-Η
λύση υπάρχει αγαπητοί μου και είναι μία! αποκρίθηκε ο
κύριος Ακρίδας, ένας κύριος ψηλός,ξερακιανός με γαλάζιο κοστούμι και ένα
χρυσό,πανάκριβο ρολόι να αστράφτει στο δεξί του χέρι... Η εταιρεία μου, στην οποία ανήκει και το πλοίο, αναλαμβάνει την ευθύνη
και θα καθαρίσει την πετρελαιοκηλίδα σκορπώντας χημικά διαλυτικά!
Η διαβεβαίωση του
πλοιοκτήτη προκάλεσε σε όλους ανακούφιση!Α!τι
καλά,άρχισαν να φωνάζουν...-άδικα ανησυχήσαμε!Η λύση είναι τόσο απλή !
Στα ζωάκια όμως κάτι
δεν άρεσε, το ίδιο και στα παιδιά. Κοίταξαν με αγωνία τον Κιτρινοραμφούλη.
Ανάμεσα στις τόσες ιστορίες που τους είχε διηγηθεί δεν είχε παραλείψει να τους
περιγράψει για τη ζωή που υπάρχει στο βυθό της θάλασσας. Ένας ολάκερος κόσμος
κάτω από το νερό: ψάρια, φύκια , κοχύλια. κοράλλια, χταπόδια, αχινοί, αστερίες
…ένας κόσμος που τώρα θα κινδύνευε σοβαρά από μια απερίσκεπτη κίνηση.
-τα χημικά διαλυτικά δε θα καθαρίσουν μόνο το πετρέλαιο! θα καταστρέψουν
και το βυθό της θάλασσας ! φώναξε
τότε ο Κιτρινοραμφούλης και μαζί με αυτόν φώναξαν τα παιδιά ,μα και όλα τα ζώα του δάσους που
αγαπούσαν τόσο τα ζώα του βυθού.
-θα καθαρίσουμε το πετρέλαιο, αλλά με άλλο
τρόπο! συνέχισε ο Κιτρινοραμφούλης,
ενώ
η παρέα των εφοπλιστών συνέχισε να διαμαρτύρεται.
- Δεν υπάρχει άλλος
τρόπος επέμειναν! Μόνο έτσι θα κερδίσουμε χρόνο και όπως ξέρετε ο χρόνος είναι
χρήμα!!!
Ο
Κιτρινοραμφούλης όμως, ήταν σα να μην τους άκουγε. Είχε κιόλας οργανώσει μια
μεγάλη ομάδα που θα βοηθούσε στον καθαρισμό της θάλασσας και άρχισε να τους
κατευθύνει εξηγώντας τους πως έπρεπε να είναι πολύ προσεχτικοί : θα βουτούσαν μεγάλα μαλακά σφουγγάρια και θα
ρουφούσαν το πετρέλαιο από την επιφάνεια της θάλασσας .Στη συνέχεια θα το
άδειαζαν σε δοχεία που τα άλλα ζώα θα μετέφεραν σε ασφαλές σημείο, στους « σταθμούς διάθεσης», μακριά απ΄ αυτήν.
Μια
ομάδα ερωδιών και μια ομάδα φλαμίνγκο ήταν αυτοί που θα βουτούσαν στο μολυσμένο
νερό και με τη βοήθεια του ράμφους τους που θα το χρησιμοποιούσαν σα λαβίδα, θα
βουτούσαν τα σφουγγάρια για να ρουφήξουν το πετρέλαιο.
κρατήστε με το ράμφος σας σφουγγάρια του
βυθού
και δίχως να διστάζετε, βουτήξτε από ψηλά,
ρουφήξτε το πετρέλαιο πολύ προσεχτικά!
Η
φωνή του Κιτρινοραμφούλη όμως, είχε
φτάσει και μέχρι το απέναντι
αγρόκτημα που απλωνόταν στους πρόποδες ενός μικρού, καταπράσινου λόφου. Εκείνη
την ώρα η κυρά Κολοκύθα μαζί με
άλλες κολοκύθες είχαν χορτάσει με
κρύο δροσερό νερό από το καθημερινό πότισμα της κυρά Χαρούλας και νωχελικά
λιαζόταν κάτω από τις ζεστές, χρυσοκίτρινες ακτίνες του ήλιου. Η πιο χοντρή και
ζουμερή κολοκύθα που τον άκουσε, άνοιξε
τα μάτια της, τέντωσε αργά αργά το δυσκίνητο σώμα της και είπε στις άλλες
χοντροκολοκύθες:
-νομίζω πως αρκετά
τεμπελιάσαμε και πως ήρθε η ώρα να
βοηθήσουμε τον Κιτρινοραμφούλη!
Έτσι
,αποχωρίστηκαν για λίγο την ξενοιασιά και κυλώντας έφτασαν ως την παραλία όπου
ήταν όλοι συγκεντρωμένοι.
-εμείς μπορούμε να
γίνουμε πολύ ωραία δοχεία που σε αυτά θα αδειάζετε το πετρέλαιο,
είπαν χαρούμενες στον Κιτρινοραμφούλη και αμέσως πήραν θέση μαζί με τα παιδιά
και τα ζωάκια του δάσους
Ο
σκίουρος, ο λαγός, η χελώνα, η αλεπού , ο κότσυφας και η γαλαζοπαπαδίτσα, ακόμα
και το μικρό μυρμήγκι θα βοηθούσαν στη μεταφορά!
-Πρώτα θα καθαρίσουμε το πετρέλαιο και μετά
θα ρυμουλκήσετε τα πλοίο σας, για αυτό καλά θα κάνετε να μας βοηθήσετε
,είπαν τα ζωάκια στους πλοιοκτήτες και στρώθηκαν στη δουλειά. Δεν ήταν καθόλου
εύκολο, μα ήξεραν πως θα τα καταφέρουν!
Οι ιδιοκτήτες του πλοίου ενοχλήθηκαν, δεν τους
άρεσε καθόλου η ιδέα να περιμένουν τόσες ώρες για να καθαριστεί η θάλασσα και να μπορέσουν να ρυμουλκήσουν το
πλοίο τους.Δεν μπορούσαν όμως να κάνουν διαφορετικά μια και ο Κιτρινοραμφούλης
μας με την ομάδα του είχε κιόλας αναλάβει δράση.Μόνο ο κύριος Ακριβός θέλησε να
δικαιολογηθεί:
-μα η θάλασσα δε
μολύνεται μόνο από το πετρέλαιο διαμαρτυρήθηκε
ο κύριος Ακριβός, ένας από τους
πολλούς ιδιοκτήτες του πλοίου. Άλλοι
ρίχνουν σκουπίδια, κάποιοι ρίχνουν απόβλητα από ξενοδοχεία…
-πολύ σωστά, απάντησε ο Κιτρινοραμφούλης.
Πολλοί είναι οι λόγοι που μολύνουν τη
θάλασσα και όχι μόνο μια πετρελαιοκηλίδα. Για αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ
προσεχτικοί: όχι πλαστικά, αλουμίνια και κάθε είδος σκουπιδιών στις ακτές , όχι
στο άδειασμα των απορριμμάτων από τα ξενοδοχεία
και τα πλοία στη θάλασσα και όχι σε επικίνδυνες φορτώσεις εμπορευμάτων ή
κατασκευές από τους ιδιοκτήτες των πλοίων!!!
Καιρός για δράση
λοιπόν! Όλων μας!
Τα
ζωάκια, τα φυτά, τα παιδιά και ο Κιτρινοραμφούλης αφοσιώθηκαν στον καθαρισμό
της πετρελαιοκηλίδας με θέληση και όρεξη
και έτσι μετά από μερικές μέρες η
προσπάθεια τους έφερε αποτέλεσμα! είχε καθαριστεί και η τελευταία σταγόνα
πετρελαίου και η θάλασσα είχε επανέλθει στην αρχική της ηρεμία. Ο
Κιτρινοραμφούλης κι όλη η παρέα του ήταν αισιόδοξοι. Το κακό είχε περάσει και
είχε γίνει σε όλους μάθημα πως η προστασία της θάλασσας ήταν και δική τους
υπόθεση. Ο Κιτρινοραμφούλης δεν έκρυβε
τη χαρά του!όλοι οι φίλοι του τον είχαν βοηθήσει! Τώρα μετά από τόση αγωνία και
κούραση θα μαζεύονταν ξανά στο γέρικο πεύκο, κάτω στο ξέφωτο του δάσους για να ακούσουν
παραμύθια και ιστορίες, ίσως κάποιες από αυτές πολύ αληθινές…
« θα σας πω μια ιστορία
που όμως είναι αληθινή,
γιατί από τα πολλά
ταξίδια
χίλια πράγματα έχω
δει…»
ξεκίνησε
την αφήγησή του ο Κιτρινοραμφούλης ενώ παιδιά και ζώα ξάπλωσαν ξέγνοιαστα για να τον ακούσουν……
της Σωτηρίας Γεωργοτά
Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013
Να η ευκαιρία
Η μάνα μου
θυμάμαι έκρυβε πάντα κάτω από το μαξιλάρι της ένα μπλε τετράδιο . Διάβαζε
ρομάντζο και άκουγε μουσική απ’ το μικρό τραντζιστοράκι της, που είχε αγοράσει
μονάχη με τις οικονομίες της μια παραμονή Χριστουγέννων από τον «Τριαντάφυλλου».
Η μάνα μου ήταν μοδίστρα. Η singer μηχανή της είναι ακόμη κρυμμένη πίσω από τη ξύλινη πόρτα της
κρεβατοκάμαρας, διπλωμένη μέσα στο σκούρο καφέ της έπιπλο, σκεπασμένη μ’ ένα κατάλευκο
χειροποίητο καρέ με μικρά λουλούδια. Στο τελευταίο ράφι του παλιού κομμού της
βρίσκω ακόμη ρολά πολύχρωμες δαντέλες που έμειναν από τότε, μαζί με κομμάτια
από διάφανα τουλουπάνια. Πολλές φορές
διπλώνω τα πόδια μου στο πάτωμα και ξετυλίγω τις δαντέλες πάνω στα δυο μου χέρια.
Μυρίζω τη μυρωδιά τους, τις τυλίγω γύρω από το λαιμό και κλείνω τα μάτια. Ζω
σαν τότε. Στην αυλή του σπιτιού, με μια λεμονιά να σπάει τα ρουθούνια μας με τη
μυρωδιά των λεμονανθών της και το ήχο της ρόδας της singer να
συνοδεύει τραγούδια της Μαρινέλλας. Και
τη μάνα μου με τα μακριά χρυσά μαλλιά της και την πιο όμορφη φωνή του κόσμου να
τραγουδάει μαζί μας.
Η μάνα μου
πολλά γράμματα δεν ήξερε. Μέχρι το δημοτικό πήγε και αν ήθελε να πάει παραπέρα
δεν μπόρεσε γιατί στο σπίτι υπήρχε ο γιος, ο αδερφός της. Εκείνος ήταν πρέπον
να σπουδάσει. Εκείνη ήταν πρέπον να
παντρευτεί. Από μικρή. Και πρώτη. Τέσσερις αδελφές περίμεναν στο κατόπι της. Δεν
σπούδασε, δεν μπόρεσε να σπουδάσει. Μονάχα μοδίστρα και αργαλειό, όμως το μπλε
τετράδιο το κουβαλούσε από τότε. Στον κόρφο της, στο μαξιλάρι της, στο
κομπόδεμά της. Και έπειτα σαν είδε εκείνον το άντρα με το καρό πουκάμισο και το
χοντρό ρολόι στα νερά του πηγαδιού μια μέρα του Αη Γιάννη, σφίχτηκε η καρδιά της,
και το τετράδιο θαρρείς και έλιωσε μέσα στα δάχτυλά της.
Η μάνα μου
παντρεύτηκε. Και αράδιασε και κείνη πέντε παιδιά, το ένα πίσω απ’ τ’ ‘άλλο. Και
έραβε, έραβε ασταμάτητα. Ρούχα από τουλουπάνι για τις τουρίστριες του νησιού
και ρουχαλάκια από πανί σε τιμή
ευκαιρίας για τα παιδιά της. Το ράψιμο δεν έλειπε, το πλύσιμο, και το τραγούδι.
Συντροφιά της πάντα το μικρό τραντζιστοράκι και το μπλε της τετράδιο. Σε κείνο
έγραφε τα βράδια για το μικρό αλητάκι και έπειτα το ‘κλεινε, το ‘σφιγγε στο
στήθος της και έκανε όνειρα. Μετά τη «Να η ευκαιρία» με τη Ροζίτα Σώκου
μπορούσε και κείνη να ονειρεύεται. Το μόνο που δε μπορούσε να κάνει ήταν να
μαζέψει λεφτά για το εισιτήριο. Όλο και μια καινούργια ανάγκη παρουσιαζόντανε
και τα λεφτά συνέχεια έλειπαν. Και ας τραγουδούσε συχνά δίπλα στο περβάζι μήπως
και την ακούσει κανείς και τη θαυμάσει…
Η μάνα μου
πάντα έγραφε. Και τώρα ακόμη γράφει. Την ευκαιρία όμως την έχασε. Τα χρυσά
μαλλιά της θάμπωσαν. Μεγάλωσε. Βαρέθηκε πια να αγοράζει μπλε τετράδια. Βαρέθηκε
να μαζεύει κέρματα για ένα πανάκριβο εισιτήριο. Γράφει μονάχα βιαστικά πάνω σε
ολόλευκα χαρτιά και έπειτα τα σκίζει και τα πετά στον άνεμο. Και σιγοτραγουδά Μαρινέλλα.
Με την υπέροχη φωνή της…
της Μαριάννας Γεωργοτά
Ετικέτες
Μικρές ιστορίες: να η ευκαιρία
Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013
Ο Κουτσοφλέβαρος
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια τεράστια σπηλιά ζούσαν οι δώδεκα μήνες τρώγοντας, πίνοντας και περιμένοντας ώσπου να έρθει η σειρά του καθενός. Μέσα στη σπηλιά είχαν βάλει ένα βαρέλι γεμάτο με κρασί κι όταν ήρθε η ώρα να το πιουν άνοιξε ο καθένας από μια τρύπα κι έβαλε τη βρύση του. Ο Μάρτης έβαλε τη βρύση του όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Οι άλλοι μήνες τον κορόιδευαν πως έτσι θα πιει τα κατακάθια, αλλά αυτός χαμογελούσε πονηρά. Είχε το σκοπό του.
Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες και οι μήνες διασκέδαζαν πίνοντας από λίγο κρασί τη φορά προσεχτικά για να μην τους τελειώσει γρήγορα. Μια μέρα όμως που έλειπαν οι άλλοι μήνες, ο Μάρτης άνοιξε τη βρύση του και ρούφηξε όλο το κρασί. Όταν επέστρεψαν οι υπόλοιποι μήνες έτρεξαν διψασμένοι προς το βαρέλι.
-Μάρτη, φέρε μας κρασί φώναξε ο Θεριστής που φορούσε ψάθινο καπέλο και στο χέρι του κρατούσε ένα δρεπάνι.
-Ναι, ναι κρασί, φώναξαν και οι άλλοι μήνες.
-Μα δεν τα μάθατε; φώναξε γελώντας ο Νοέμβρης.
-Τι να μάθουμε; ρώτησε ο Αλωνάρης που το κεφάλι του ήταν ξερό και άγονο σαν το αλώνι.
-Ο Μάρτης ξαναπαντρεύτηκε και τώρα έχει δυο γυναίκες, μια όμορφη και φτωχιά και μια άσχημη και πλούσια. Όταν είναι με την όμορφη ο καιρός είναι καλός ,ενώ όταν είναι με την άσχημη βρέχει και χιονίζει…
Ο Απρίλης που ήταν ο πιο όμορφος από όλους τους μήνες γελούσε. Γελούσε γιατί σε λίγες μέρες θα τελείωναν οι μέρες του Μάρτη και θα ερχόταν η σειρά του.
-Κρασί, κρασί ακούστηκε τότε η φωνή του Φλεβάρη. Τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει ο Μάρτης με τις γυναίκες του; Κι έτρεξαν όλοι στο βαρέλι.
Εκεί όμως βρήκαν το Μάρτη ξαπλωμένο, με τη μακριά του φουστανέλα μούσκεμα από το κρασί! Οι άλλοι μήνες άρχισαν να γελάνε μόλις όμως άνοιξαν τη βρύση τους να πιουν τίποτα! το στόμα τους γέμισε αέρα. Τότε κατάλαβαν πως ο Μάρτης τους ήπιε όλο το κρασί από το βαρέλι και θυμωμένοι άρχισαν να τον βαράνε με κλοτσιές και μπουνιές. Τον έκαναν μαύρο από το ξύλο. Όμως ο Μάρτης είναι ο πιο δυνατός από όλους τους μήνες και τον φοβούνται ακόμα και οι άνθρωποι, και πιο πολύ η γριά Γαλανή.
-Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια έλεγε.
Η γριά Γαλανή είχε δέκα κατσίκες και έλπιζε να κάνουν κατσικάκια, να τα πουλήσει ώστε να μπορέσει να ζήσει. Έτσι κι έγινε. Οι κατσίκες γέννησαν και τα κατσικάκια χοροπηδούσαν χαρούμενα. Κι ενώ ο Μάρτης έφτανε στο τέλος του, βροντές ηχούσαν στον αέρα κι ένα παγωμένο χαλάζι χτύπησε την καημένη γριούλα στο πρόσωπο την ώρα που έτρεξε να περιμαζέψει τα κατσικάκια στο μαντρί.
-Στα κομμάτια να πας, παλιό- Μάρτη, είπε. Δε σε έχω πια ανάγκη, σε λίγο έρχεται ο καλός και ζεστός Απρίλης, φώναξε η γριά Γαλανή.
Όμως ο Μάρτης την άκουσε, θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν τον επισκέφτηκε ο ήρεμος και καλός Φλεβάρης για να του ζητήσει συγνώμη για το ξύλο που του έριξε μαζί με τους άλλους μήνες, ο Μάρτης έκανε πως το είχε ξεχάσει. Είχε το σχέδιό του. Κέρασε με κρασί τον Φλεβάρη κι όταν τον ζάλισε καλά καλά του είπε:
-Ξέρεις Φλεβάρη, σήμερα τελειώνει η σειρά μου και αύριο έρχεται η σειρά του Απρίλη.
Ο Φλεβάρης θύμωσε γιατί δεν συμπαθούσε καθόλου τον Απρίλη που ήταν όμορφος με ξανθά μαλλιά και όλα τα κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του.
-Λέω να τον κάνουμε να σκάσει από το κακό του, είπε ο Μάρτης. Να μου δανείσεις δυο μέρες σου, τις χειρότερες με βροχή και χαλάζι.
-Στις δίνω είπε ο Φλεβάρης μουδιασμένος μιας και οι μήνες δε δίνουν εύκολα τις μέρες τους.
Κι έτσι η γριά Γαλανή εκεί που περίμενε να έρθει ο Απρίλης, έπεσε τέτοιο χαλάζι που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Δεν είχε που να κρυφτεί…
Ο Μάρτης, όταν η καταστροφή τελείωσε, γύρισε στη σπηλιά. Τον είδε ο Φλεβάρης και του ζήτησε πίσω τις δύο του μέρες.
-Ποιες μέρες, είπε αυτός. Αυτές είναι οι μέρες της γριάς.
Κι έτσι έμεινε ο Φλεβάρης με εικοσιοχτώ μέρες μόνο, γι’αυτό και τον λένε Κουτσοφλέβαρο.
Το διήγημα αυτό του Ανδρέα Καρκαβίτσα "Ο Κουτσοφλέβαρος", από το βιβλίο "Τα Ελληνικά", εκδόσεις Παπαδόπουλος το διαβάζω στα παιδιά κάθε χρόνο όταν έρχεται ο Φλεβάρης. Μόνο που του έχω κάνει μια μικρή διασκευή για να το προσαρμόσω στις ανάγκες των παιδιών της ηλικίας αυτής.
Ετικέτες
ΠΑΡΑΜΥΘΙ Ο Κουτσοφλέβαρος
Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ
τα μαγικά γυαλιά της Κωνσταντίνας
Μια ιστορία αγάπης για τα Χριστούγεννα και τα παιδιά του Νηπιαγωγείου
Λίγα λόγια: Η Κωνσταντίνα θέλει να αποκτήσει τα μαγικά γυαλιά, που όπως γράφουν τα παραμύθια θα τη βοηθήσουν να κάνει τον κόσμο χαρούμενο και ευτυχισμένο. Έτσι ζητά τα μαγικά γυαλιά από τον Άγιο Βασίλη. Ένα σημείωμα όμως στη θέση του δώρου θα την προβληματίσει, ενώ με τη βοήθεια της μητέρας της θα καταλάβει ότι με τη δική της θέληση και προσφορά αγάπης μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα...
Εικονογράφηση- Εμμανουέλα Κακαβιά
Μουσική 1- έναρξη
γιαγιά (διαβάζει στη μικρή Κωνσταντίνα το παραμύθι που μιλάει γαι τα μαγικά γυαλιά)
-Μες
στου κόσμου κάποια άκρη
έχουν
βρει τα μαγικά
κόκκινα , γυαλιστερά
ολοστρόγγυλα
γυαλιά!
Όποιος κι όταν τα φορέσει
διόλου
δε θα μαγευτεί
μα
τα πράγματα ν’ αλλάξει
με
ευκολία θα μπορεί!
κι
έτσι όλα θα τα βλέπει
όπως
τα επιθυμεί
ίχνος λύπης δε θα υπάρχει
στη
χαρά θα αφεθεί!
Κωνσταντίνα:
-Μα
γιαγιά μου άκουσε με
φέρε
μου τα τα γυαλιά
κι
εγώ όλα θα τ’ αλλάξω
για
ν’ αρέσουν στα παιδιά!
με παιχνίδια θα γεμίσω
πάρκα,
κούνιες και αυλές
και
χιλιάδες θα μοιράσω
σοκολάτας
λιχουδιές!!
γιαγιά:
-Έλα σώπα Κωνσταντίνα
πέσε
για να κοιμηθείς
τέτοια
μόνο στα βιβλία
και στους μύθους θα τα βρεις!
(Η Κωνσταντίνα αποκοιμιέται ενώ η
γιαγιά φεύγει απ’ την σκηνή)
Μουσική 2-μικρό χορευτικό
Σκηνή δεύτερη
Σκηνή δεύτερη
Μπαίνουν
στη σκηνή παιδιά που αναπαριστούν το όνειρο της
Κωνσταντίνας.
ύπνος βαρύς
αγκάλιασε
τότε την Κωνσταντίνα
κι όνειρο την ταξίδεψε
πέρα στα μέρη εκείνα
εκεί που κάποιος κράταγε
τα κόκκινα γυαλιά
που μόλις θα τα φόραγε
θα ήταν
μαγικά…
μες του ονείρου το ταξίδι
θέλησε να αφεθεί
και τη γη να τη γυρίσει
πίστεψε πως
θα μπορεί!
η πρώτη στάση που έκανε
ήταν στη γειτονιά
που από παντού αντηχούσανε
φωνές από παιδιά
παιχνίδια όλο
χαρά,
μοίρασε στο καθένα τους
κάθε λογής γλυκά
κούκλες, τρένα , αμαξάκια
γέμισε κάθε
γωνιά
κι άφηνε στο πέρασμά της
φως ελπίδας και χαρά
είχε πάντα για
όλους κάτι
με χαρά να το προσφέρει
κι όπου κι αν της το ζητούσαν
άπλωνε ζεστά το χέρι
έδιωχνε μακριά το κρύο
πράξεις μόνο
της αγάπης
βγαίναν μέσα
απ’ την καρδιά της
κι έτσι όπως χαρούμενη
φορούσε τα γυαλιά
απ’ του ονείρου αυτή τη ζάλη
ξύπνησε γλυκά και πάλι
ξύπνησε αποφασισμένη
τα γυαλιά να αποκτήσει
κι είχε κιόλας στο μυαλό της
από ποιον να τα ζητήσει!!
Μουσική -3
Σκηνή τρίτη
Η
Κωνσταντίνα ξυπνά αποφασισμένη να αποκτήσει τα μαγικά γυαλιά. Στη σκηνή
μπαίνουν οι γονείς της και η γιαγιά.
μπαμπάς
-καλημέρα Κωνσταντίνα
ώρα για να σηκωθείς
τα Χριστούγεννα πλησιάζουν
έχεις να ετοιμαστείς
θα τυλίξουμε τα δώρα
και το γράμμα του Αι –Βασίλη
για να γράψουμε ήρθε η ώρα!
- Κωνσταντίνα
το ΄χω μέσα
στο μυαλό μου
τι θα γράψω του Αι-Βασίλη
έλα κάθισε κοντά μου
γράψε του τι να μου στείλει
Ο
μπαμπάς μαζί με την Κωνσταντίνα γράφουν το γράμμα για τον Αι-Βασίλη
-εγώ μόνο τούτο θέλω
από σένα Αι-Βασίλη
τα μεγάλα στρογγυλά
κατακόκκινα γυαλιάΜουσική 4- χορευτικό
Σκηνή τέταρτη
μπαίνει μια ομάδα παιδιών ντυμένα
βοηθοί του Αι-Βασίλη
κύλησαν γοργά οι μέρες
και του χρόνου η στιγμή
έφτασε που ο Αι Βασίλης θα
κατέβαινε
στη γη!
με αγωνία μεγάλη
η Κωνσταντίνα η μικρή
το δώρο της να πάρει
και να τα δώρα άφησε
για όλους σε μιαν άκρη
κι ήσυχα πάλι έφυγε
του χρόνου να ξανάρθει
έτσι η μικρή μας έτρεξε
να ψάξει και να βρει
κείνο που τόσο ήθελε..
το μαγικό κουτί!
και αμέσως
ξεχωρίζει
να γυαλίζει παρακεί
τυλιγμένο σε κορδέλα
όμορφη..αστραφτερή!
είχε πάνω τ΄όνομά της
με μικρά και στρογγυλά
γράμματα που τα διαβάζει
και το λέγαν
καθαρά!
«δέμα για την Κωνσταντίνα»
που ν αντέξει δε μπορεί
τα γυαλιά της να προσμένει
θα τα βάλει στη στιγμή!
σκίζει, κόβει , ξετυλίγει
τα χαρτιά απ΄
το κουτί
και το δώρο σαν ανοίγει
ωχ !θα απογοητευτεί
Ψάχνει ψάχνει όσο μπορεί
ψάχνει ψάχνει στο κουτί
τίποτα όμως δε θα βρει
παρά μόνο ένα χαρτί!
Το ανοίγει, το διαβάζει
και τα κλάματα αυτή βάζει!
δεν υπάρχουν μαγικά
κατακόκκινα γυαλιά!
Τούτο μόνο της έστειλε
για δώρο ο Αι- Βασίλης
δυο λέξεις μόνο, δυο σειρές
λες και την ξέχασε το λες!
«δεν υπάρχουν μαγικά
κατακόκκινα γυαλιά
τη
μαγεία θα τη βρεις
μες τα βάθη της ψυχής»Μουσική 5- χορευτικό
Σκηνή
πέμπτη
η μαμά της Κωνσταντίνας που είναι
στη σκηνή την παρηγορεί , της χαμογελά και την πηγαίνει πιασμένη απ΄το χέρι στη
σοφίτα του σπιτιού, σε ένα παλιό μπαούλο
μαμά
-έλα
σήκω να σου δείξω
τα
γυαλιά σου που θα βρεις
και τον κόσμο θ΄ αλλάξεις
διόλου
μην ανησυχείς
Μουσική 6- χορευτικό
Παιδιά αφηγητές ντυμένα ευχούλες, χιονούλες, αστεράκια ή οτιδήποτε χριστουγεννιάτικο
Παιδιά αφηγητές ντυμένα ευχούλες, χιονούλες, αστεράκια ή οτιδήποτε χριστουγεννιάτικο
έτσι
μαζί ανέβηκαν
κι
έψαξαν στη σοφίτα
ένα μπαούλο άνοιξαν
και
ρούχα εκεί βρήκαν
αλλά
και πολλά παιχνίδια
όπως
κούκλες κι αμαξάκια
φασουλήδες,
μαριονέτες
ξύλινα
μικρά αλογάκια!
κι
ύστερα οι δυο κατέβηκαν
μες
τη βιβλιοθήκη
που
η Κωνσταντίνα στοίβαζε
βιβλία
από μικρή
«διάλεξε
τα πιο ωραία»
τη
συμβούλεψε η μαμά της
και
ένα σάκο ευθύς γεμίσαν
που
τον κράτησε κοντά της
μα
ούτε που καταλάβαινε
τίποτα
η Κωνσταντίνα
γυαλιά μήτε που έβλεπε
τίποτα
σαν εκείνα!
και
να που τώρα έπαιρναν
το
δρόμο όλο χαρά
μα αυτή ούτε που ήξερε
τι
σήμαιναν αυτά!
Μουσική 7- χορευτικό
Σκηνή έκτη
Πηγαίνουν στο δωμάτιο με τα παιχνίδια. Στη σκηνή
ομάδες παιδιών ασχολούνται με την τακτοποίηση των παιχνιδιών και των δώρων -μια ομάδα παιδιών αφηγείται:
Να τες σε λίγο έφτασαν
σ΄αυτό το φωτεινό
το δωμάτιο που γεμίζει
χρώματα απ΄τον ουρανό!
Που να ΄μαστε άραγε απορεί
η Κωνσταντίνα και κρατεί
όσο σφιχτά κι από κοντά
τη γελαστή της τη μαμά
τρέχει κάθεται στην άκρη
κι από εκεί παρατηρεί
γελαστές και χαρωπές
παιδικές γλυκές φωνές
πάνω κάτω τριγυρίζουν
πιτσιρίκια και μεγάλοι
και στο χώρο επικρατεί
αναστάτωση και ζάλη!
σ΄αυτό το φωτεινό
το δωμάτιο που γεμίζει
χρώματα απ΄τον ουρανό!
Που να ΄μαστε άραγε απορεί
η Κωνσταντίνα και κρατεί
όσο σφιχτά κι από κοντά
τη γελαστή της τη μαμά
τρέχει κάθεται στην άκρη
κι από εκεί παρατηρεί
γελαστές και χαρωπές
παιδικές γλυκές φωνές
πάνω κάτω τριγυρίζουν
πιτσιρίκια και μεγάλοι
και στο χώρο επικρατεί
αναστάτωση και ζάλη!
Μουσική 8- χορευτικό
σηκώνεται
ένα παιδί από τον πάγκο των παιχνιδιών ενώ δύο τρία παιδιά διαλέγουν παιχνίδια
Είμαι
πολύ χαρούμενη
που
πήρα το αρκουδάκι
παρέα
μου για ζεστασιά
θα
το χω μία αγκαλιά
και το
ξύλινο αλογάκι
χίλιες
βόλτες θα με πάει
πάνω
κάτω θα κουνιέμαι
απ΄ τη χαίτη θα κρατιέμαι!
εμείς
παιχνίδι στρώσαμε
με
τούτους δω τους βόλους
διάφανοι
γυαλιστεροί
όπως
τους είχα φανταστεί
εγώ
πάλι θα σας φτιάξω
μια
πελώρια ζωγραφιά
με
έναν χρυσαφένιο ήλιο
και
μια κόκκινη καρδιά
κείνο που χαρά γεμίζει
μες τον κόσμο τα παιδιά
δεν είν' άλλο από αγάπη
που ειν' βγαλμένη απ την καρδιά
ένα δώρο από καρδιάς
μη βιαστείς να αρνηθείς
γιατί κάποιος έχει ανάγκη
τη χαρά να μοιραστείς
μη τυχόν λοιπόν και ψάχνεις
για να βρεις τα μαγικά
τα γυαλιά που θα σου δώσουν
φως , ελπίδα και χαρά
ψάξε μέσα στη ψυχή σου
η απάντηση είναι εκεί
η μαγεία είναι κρυμμένη
κι έχει δύναμη πολλή!
Στο τέλος τραγουδάμε όλοι μαζί:
ψάξε
τη χαρά να βρεις
μες
τα βάθη της ψυχής
κει
φωλιάζει η αγάπη
μοίρασε
τη όπου μπορείς
μη
σου φαίνεται βουνό
δυσκολίες
δε θα βρεις
και
μη ψάχνεις τα « γυαλιά»
να σου δώσουν τη χαρά
άνοιξε
μια αγκαλιά
σκόρπισε
παντού χαρά
με
δυο πράξεις σου απλές
δύναμη
έχεις αν το θες
άνοιξε
μια αγκαλιά
κλείσε
μέσα τα παιδιά
κλείσε
χρώματα πολλά
και
τραγούδα δυνατά!!!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




.jpg)
.jpg)